αμαρτία


αμαρτία
η
1. η παράβαση του ηθικού ή θεϊκού νόμου: Πήγα στον πνευματικό και εξομολογήθηκα τις αμαρτίες μου.
2. κρίμα, άδικο: Είναι αμαρτία να χάσουμε κι αυτή την ευκαιρία.
3. φρ., «Aυτός είναι παλιά αμαρτία», για άνθρωπο που γέρασε στη διαφθορά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμαρτία — η κ. αμάρτημα το грех, прегрешение, грехопадение: τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα вольные и невольные прегрешения; ΦΡ. το προπατορικό αμάρτημα первородный грех τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα семь смертных грехов είναι αμαρτία грешно πληρώνω… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁμαρτία — ἁμαρτίᾱ , ἁμαρτία a failure fem nom/voc/acc dual ἁμαρτίᾱ , ἁμαρτία a failure fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαρτία — Παραβίαση θρησκευτικού κανόνα, που συνεπάγεται ποινή ή εξιλέωση ιερού χαρακτήρα. Αυτή η αντίληψη για την α. μπορεί να περιλάβει είτε παραβιάσεις απαγορεύσεων και παραλείψεις στην άψογη εφαρμογή των θρησκευτικών τύπων, χωρίς κανενός είδους ηθικό… …   Dictionary of Greek

  • ἁμαρτίᾳ — ἁμαρτίαι , ἁμαρτία a failure fem nom/voc pl ἁμαρτίᾱͅ , ἁμαρτία a failure fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαρτία — [амартиа] ουσ. Θ. грех …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁμάρτια — ἁμάρτημα failure neut nom/voc/acc pl ἁμάρτιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμάρτημα — αμαρτία η κ. αμάρτημα το грех, прегрешение, грехопадение: τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα вольные и невольные прегрешения; ΦΡ. το προπατορικό αμάρτημα первородный грех τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα семь смертных грехов είναι αμαρτία грешно… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁμαρτίας — ἁμαρτίᾱς , ἁμαρτία a failure fem acc pl ἁμαρτίᾱς , ἁμαρτία a failure fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμαρτίαι — ἁμαρτία a failure fem nom/voc pl ἁμαρτίᾱͅ , ἁμαρτία a failure fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θἀμάρτια — ἁμάρτια , ἁμάρτημα failure neut nom/voc/acc pl ἁμάρτια , ἁμάρτιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)